Πάρεση βραχιονίου πλέγματος

Η πάρεση (παράλυση) του βραχιονίου πλέγματος είναι η βλάβη στα νεύρα του βραχιονίου πλέγματος που ελέγχουν την κίνηση του χεριού.

Αφορούν στο 0,3 – 2% ανα 1000 γεννήσεις, δηλαδή 7 περιστατικά ανά έτος.

Αίτια που τα προκαλούν:

Το βραχιόνιο πλέγμα είναι ένα πολύπλοκο σύστημα ριζών και νεύρων, μέσω του οποίου ελέγχεται η κινητικότητα και η αίσθηση του άνω άκρου.

Η κάκωσή του, κυρίως στην 5,6 ρίζα, προκαλεί ξαφνική βλάβη στα νεύρα και έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία, την απώλεια αίσθησης ή και την απώλεια πλήρους κίνησης (παράλυσης στον ώμο, στον βραχίονα ή και στο χέρι).

Η κάκωση των νεύρων μπορεί να προκύψει από:

Νεογνική παράλυση

Στο νεογνό δεν είναι δυνατός ο έλεγχος αισθητικότητας. Η εικόνα όμως είναι χαρακτηριστική: Το  άνω άκρο βρίσκεται σε προσαγωγή, ο αγκώνας σε έκταση, το αντιβράχιο σε πρηνισμό και ο καρπός και τα δάκτυλα σε κάμψη.

Εάν ο Νεογνολόγος/ Παιδίατρος διαγνώσει συμπτώματα που προϊδεάζουν για μαιευτική παράλυση, το νεογνό πρέπει να ελεγχθεί από Παιδο-ορθοπαδικό άμεσα, διότι η θεραπεία ξεκινά από τη 7–10η ημέρα της ζωής του, ώστε να έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Η σοβαρότητα της πάρεσης του βραχιονίου πλέγματος ποικίλει. Μπορεί να είναι απλή διάταση των ριζών τύπου νευροαπραξίας, αλλά μπορεί και να αφορά την παράλυση όλων των ριζών.

Η κλινική εξέταση του νεογνού από τον Παιδο-ορθοπαιδικό καθορίζει τον βαθμό της βλάβης.

Περιλαμβάνει πλήρη έλεγχο του μυοσκελετικού συστήματος και εάν χρειαστεί, ακτινολογικό έλεγχο, διότι η μαιευτική παράλυση συχνά συνοδεύεται απο κάταγμα της κλείδας, ή άλλες διαμαρτίες της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και του θωρακικού κλωβού.

Επίσης, ηλεκτρομυογραφικό έλεγχο, αξονική ή μαγνητική μυελογραφία, δίδει σημαντικές πληροφορίες για τη πιθανότητα ύπαρξης απόσπασης κάποιας ρίζας, ή άλλης παθολογίας του νωτιαίου μυελού, ή ακόμα μιας ενδονευρικής παθολογίας.

Αναλόγως της βαρύτητας της πάρεσης του βραχιονίου πλέγματος, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει πρόγραμμα κινητοποίησης των αρθρώσεων.

Εάν αυτό δεν αποδώσει, ή εάν εξαρχής η βλάβη είναι σοβαρή, τότε 3-4 μήνες αργότερα πρέπει να επιλέγεται η χειρουργική θεραπεία.

Το χρονικό αυτό διάστημα έχει οριστεί από διεθνή πρωτόκολλα για τον χρόνο χειρουργικής επέμβασης μετά από πάρεση του βραχιονίου πλέγματος και ισχύει επίσης για παιδιά που υπέστησαν πάρεση λόγω τραυματισμού, αλλά και για τους ενήλικές.

Εάν η πάρεση δεν αντιμετωπιστεί, μακροπρόθεσμα, η ανάπτυξη του χεριού υστερεί και γίνεται βραχύτερο.

Η μυϊκή ανισορροπία ανάμεσα στα δύο χέρια, προκαλεί σταδιακά έντονη δυσκαμψία και παραμορφώσεις στην άρθρωση του ώμου και του αγκώνα, με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια του χεριού.

Χειρουργική αντιμετώπιση

Η χειρουργική αντιμετώπιση εξαρτάται από το είδος της βλάβης και αποτελεί δύσκολο πεδίο εφαρμογής το οποίο απαιτεί μεγάλη χειρουργική εμπειρία και εξειδικεύσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως, η λειτουργική αποκατάσταση του άνω άκρου δεν θεωρείται δεδομένη.

Η επέμβαση περιλαμβάνει πλήρη παρασκευή του βραχιονίου πλέγματος, αναγνώριση της βλάβης και επισκευή της με νευρικά μοσχεύματα στις περιπτώσεις με ρήξη των νευρικών στελεχών ή με νευρομεταφορές στην περίπτωση εκρίζωσης των νευρικών ριζών.

Στην επέμβαση απαιτούνται μικροχειρουργικές τεχνικές.

Ενδεικτικές χειρουργικές πράξεις με τις οποίες επιτυγχάνεται η επέμβαση, είναι: